PSi Lexicon

Tag: ανοσία

immunity

immunity [1]  ανοσία Etymology:            1.   In [negation of, exemption from]- munus [civic duties] Im[take into, include] – munire [fortification][2]   The ideological backbone of the neo-liberal capitalistic society, a society, which seems to insist that it is post-ideological, nonetheless. One of main researchers on Immunity, Isabell Lorey, distinguishes in “Weißsein und Immuniserung” [“Whiteness and Immunization”] two figures of immunity: the juridical and […]

ανοσία

ανοσία[4]  immunity [Σ.Μ: Το κείμενο που ακολουθεί αποσκοπεί στην ερμηνεία της αγγλικής λέξης immunity που ετυμολογικά προέρχεται από: Το στερητικό (ή εξαίρεση από) In και – munus, δηλ. δημόσιο καθήκον ή 2.Την πρόθεση Im- που δηλώνει παραμονή σε χώρο και -munire που σημαίνει φρούριο, οχυρό.[5]]   Είναι η ιδεολογική ραχοκοκκαλιά της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής κοινωνίας, μιας […]