PSi Lexicon

Tag: ρεύμα

current, movement (in art)

current, movement (in art) ρεύμα According to the seventh – and last – definition given in the New Hellenic Lexicon of Emmanouil Kriaras et al, the noun ‘current’ could mean ‘a tendency within a literary or artistic movement’. A similar meaning is given to the word ‘movement’. However, a current is different from a movement […]

entertainment

entertainment ψυχαγωγία psychē (soul) + agōgē (conduct, leading)  Etymologically speaking, ‘ψυχαγωγία’ stresses something that provides entertainment and simultaneously broadens one’s mind and cultivates one’s soul. It instructs, amuses, nurtures skills and knowledge -all at once. ‘Διασκέδαση’ has a root that implies dispersion, a scattering of attention so as to relax the mind, while ‘ψυχαγωγία’ has […]

ρεύμα

ρεύμα current, movement (in art) Σύμφωνα με την έβδομη και τελευταία σημασία που αναφέρεται στο Νέο Ελληνικό Λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά και των συνεργατών του το ουσιαστικό “ρεύμα” μπορεί να σημαίνει “τάση μέσα στη λογοτεχνική ή καλλιτεχνική κίνηση”. Παραπλήσια σημασία έχει και ο όρος “κίνημα”. Το ρεύμα διαφέρει εν τούτοις από το κίνημα κατά το […]