PSi Lexicon

Tag: Dimitrakopoulou


entertainment ψυχαγωγία psychē (soul) + agōgē (conduct, leading)  Etymologically speaking, ‘ψυχαγωγία’ stresses something that provides entertainment and simultaneously broadens one’s mind and cultivates one’s soul. It instructs, amuses, nurtures skills and knowledge -all at once. ‘Διασκέδαση’ has a root that implies dispersion, a scattering of attention so as to relax the mind, while ‘ψυχαγωγία’ has […]

language, tongue

language, tongue γλώσσα There have been many linguists trying to interpret the meaning of the complicated term: ‘language’. In her book “Dictionary of Language and Linguistics” (1996), Hadumod Bussmann defines language as “a specific system of signs and combinatory rules which are arbitrary but passed on as conventions.” Language, she says, is a “vehicle for […]


γλώσσα language, tongue Πολλοί γλωσσολόγοι επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την πολύπλοκη έννοια της «γλώσσας». Ένας σχετικά πλήρης και σαφώς οριοθετημένος ορισμός είναι αυτός της Bussmann στο βιβλίο της «Dictionary of Language and Linguistics» (1996). Κατά την ίδια, η γλώσσα είναι ένα καθορισμένο σύστημα σημείων και συνδυαστικών κανόνων που είναι αυθαίρετοι αλλά θεσμοθετούνται και μεταβιβάζονται ως συμβάσεις. […]