PSi Lexicon

Tag: Greek

narcissism

narcissism ναρκισσισμός The word narcissism derives from Narcissus – from mythology – who fell in love with his reflection to a fountain. According to the dictionary narcissism is a) the excessive gloating and b) self-love. Psychologists agree that all human beings are narcissists up to a point. However, the amount of how narcissism is either […]

reading

reading ανάγνωση reading < ανα + γνώση (ana + gnosi) ana- (ανα-): prefix with several meanings 1) up: uphill, upcoming 2) backwards, back: retract, retreat 3) in the opposite direction: reverse, undoing 4) for a second time, again, re- : re-enlistment, re-letting, rehiring γnosi (γνώση) = knowledge Reading: 1) Τhe recognition and understanding of symbols […]

violent

violent βίαιος/η/ο The adjective ‘violent’ derives from the noun ‘violence’. According to the New Hellenic Lexicon of Emmanouil Kriaras et al, the noun ‘violence’ means primarily ‘the use of various means to impose one’s own will’. In our case, given that we are concerned with the performing arts, the artist’s will could be identified as […]

ανάγνωση

ανάγνωση reading ανάγνωση [anágnosi] (noun); reading ανάγνωση < ανα + γνώση (ana + γnosi) ουσιαστικό < αρχαία ελληνική ἀνάγνωσις < ἀναγιγνώσκω ανα + γνώση

Πρόθημα ανα-: α) προς τ’ απάνω: αναδύομαι, άνοδος, ανάβαση, ανάδυση β) προς τα πίσω: αναγυρίζω, αναχαιτίζω, ανάπλοια γ) αντίθετα προς: ανάπλωρα, αναπλωρίζω δ) ξανα-, πάλι: αναζώ, αναγέννηση, ανακατάταξη Ανάγνωση: 1) η αναγνώριση […]

ανοσία

ανοσία[4]  immunity [Σ.Μ: Το κείμενο που ακολουθεί αποσκοπεί στην ερμηνεία της αγγλικής λέξης immunity που ετυμολογικά προέρχεται από: Το στερητικό (ή εξαίρεση από) In και – munus, δηλ. δημόσιο καθήκον ή 2.Την πρόθεση Im- που δηλώνει παραμονή σε χώρο και -munire που σημαίνει φρούριο, οχυρό.[5]]   Είναι η ιδεολογική ραχοκοκκαλιά της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής κοινωνίας, μιας […]

βίαιος/η/ο

βίαιος/η/ο violent   Το επίθετο “βίαιος” παράγεται από το ουσιαστικό “βία”. Σύμφωνα με το Νέο Ελληνικό Λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά και των συνεργατών του το ουσιαστικό “βία (ή βια)” σημαίνει κατά πρώτο λόγο τη “χρήση διαφόρων μέσων για να επιβληθεί η θέλησή μας”. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον μιλάμε για τις παραστατικές τέχνες, η θέληση ταυτίζεται με το […]

γλώσσα

γλώσσα language, tongue Πολλοί γλωσσολόγοι επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την πολύπλοκη έννοια της «γλώσσας». Ένας σχετικά πλήρης και σαφώς οριοθετημένος ορισμός είναι αυτός της Bussmann στο βιβλίο της «Dictionary of Language and Linguistics» (1996). Κατά την ίδια, η γλώσσα είναι ένα καθορισμένο σύστημα σημείων και συνδυαστικών κανόνων που είναι αυθαίρετοι αλλά θεσμοθετούνται και μεταβιβάζονται ως συμβάσεις. […]

ήρωας

ήρωας hero Ορισμοί Λεξικού: 1) Στη μυθολογία ήρωας είναι ο άνθρωπος, συχνά θείας καταγωγής, ο οποίος είναι προικισμένος με πολύ θάρρος και δύναμη, φημίζεται για τα θαυμαστά κατορθώματά του, και ευνοείται από τους θεούς. 2) Ένα πρόσωπο που χαρακτηρίζεται για τους άθλους του θάρρους του ή την ευγενή φύση του σκοπού του, ειδικά ένας που […]

θρήνος

θρήνος lament Η μετουσίωση του άλγους σε σωματική, φωνητική, ή/και γλωσσική επιτέλεση. Έκφραση βαθύτατου ψυχικού πόνου με κλάματα, κραυγές, στηθοκοπήματα. Τραγούδι, μουσικό κομμάτι ή ποίημα με το οποίο εκφράζεται ένα τέτοιο αίσθημα. Π.χ: τελετουργικός θρήνος για το νεκρό, επιτελούμενος συλλογικά. Βλ. επίσης: θρηνώδημα, θρηνωδία (θρήνος+ωδή). Ετυμολογία: θρηνώ, από το αρχαίο ελληνικό θρέομαι (φωνάζω δυνατά, κραυγάζω […]

ιστορικός/ή/ό

ιστορικός/ή/ό historical Το επίθετο “ιστορικός” παράγεται από το ουσιαστικό “ιστορία”, που με τη σειρά του παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα “ειδέναι”. Δεδομένης και της σημασίας της αρχαίας ελληνικής ρίζας της λέξης “ιστορία”, η ιστορία δεν είναι απλώς και μόνο το παρελθόν π.χ. ενός έθνους ή μιάς τέχνης, αλλά και η επιστήμη που μελετά αυτό […]