PSi Lexicon

speech

A B C D E F G H I L M N P R S T V W Z Α Β Γ Δ Ή Θ Ι Κ Ν Ό Ρ Σ Τ Φ Ψ Ω
speech

To discuss the term Λόγος (Logos) I make use of the sophists use of the term logos which can be translated as discourse. Considering that discourse can be both verbal and written alongside the fact that logos relates to the speech itself, I feel like I can discuss logos as spoken discourse.

Etymologically, the word discourse comes from the Latin discursus (running to and from). Running from one place to another. It is actually a running of ideas expressed through words or verbal expressions. Logos therefore in relation to language is more dynamic; it implies movement within the system.

According to Bussmann (p.320):
discourse is a term with various differences in meaning:

connected speech (Harris, 1952);

the product of an interactive process in a sociocultural context (Pike, 1954);

performance (vs text as a representation of the formal grammatical structure of discourse) (van Dijk, 1974);

conversational interaction (Coulthard, 1977);

language in context across all forms and modes (Tannen, 1981).

All these approaches can be also applied to the Greek term logos; logos as the use of language, the dynamic use of already existing systems, as objects, for the composition and structuring of concepts. Logos is therefore a tool that allows interaction within the institutional systems. Consequently, systems are not in absolute isolation, they are interconnected discursively.

In Greek though the term logos means also logic, a meaning that is not contained in the term discourse. This suggests that the connections, the links, between the systems are not arbitrary but instead they are happening through logical, reasonal associations. Logic is what permits and at the same time restricts logos.

References:
Bussmann, H. (1996). Dictionary of Language and Linguistics. London, New York: Routledge

Author and translator: Stella Dimitrakopoulou

λόγος

Θα αναφερθώ στην έννοια του Λόγου χρησιμοποιώντας τη Σοφιστική θεωρία του Λόγου που αναφέρονταν στον λόγο με την έννοια της χρήσης της γλώσσας. Η χρήση αυτή γίνεται προφορικά και γραπτά, και ενώ υπάρχουν γλώσσες που χρησιμοποιούν μόνο τον προφορικό λόγο, δεν υπάρχουν γλώσσες που χρησιμοποιούν μόνο τον γραπτό. Με αυτό κατά νου, θα αναφερθώ κυρίως στον προφορικό λόγο.

Ως φυσική συνομιλία ο συνεχής λόγος δομείται από την αλληλεπίδραση των συνομιλούντων. Η εναλλαγή της συνεισφοράς των συνομιλούντων συνεπάγεται την χρήση της γλώσσας για συγκεκριμένους κοινωνικούς ή θεσμικούς σκοπούς.

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε τoν όρο discourse. Ο όρος discourse είναι η αγγλική απόδοση του συνεχούς λόγου, που ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό discursus και στα Ελληνικά αποδιδεται ως κίνηση από και προς τα κάπου. Ο όρος discourse επικεντρώνεται στη ροή της γλώσσας που ενυπάρχει μεταξύ των συνομιλούντων.

Κατά την Bussmann (σ.320):

Ο όρος discourse έχει πολλές ερμηνίες:

συνεχής λόγος (Harris 1952);

προϊόν αλληλεπίδρασης εντός κοινωνικών και πολιτιστικών πλαισίων (Pike 1954);

αλληλεπίδραση στη συνομιλία (Coulthard 1977);

η γλώσσα σε πλαίσια όλων των μορφών και τρόπων (Tannen, 1981).

Οι παραπάνω προσεγγίσεις έχουν εφαρμογή και στον ελληνικό όρο «λόγος»˙ ο «λόγος» με την έννοια της χρήσης της γλώσσας, της δυναμικής χρήσης των ήδη υπαρχόντων συστημάτων ως αντικειμένων, για την σύνθεση και δομή εννοιών. Για αυτό άλλωστε αποτελεί εργαλείο που επιτρέπει την αλληλεπίδραση εντός των θεσμών. Ως αποτέλεσμα, οι κανόνες των θεσμών αυτών δεν είναι απολύτως απομονωμένοι, αλλά συνδέονται μέσω του λόγου.

Ο ελληνικός όρος εμπεριέχει την έννοια της λογικής, που δεν περιλαμβάνεται στον όρο «discourse». H έννοια του λόγου ως λογική μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι σύνδεσμοι μεταξύ των κανόνων δεν είναι αυθαίρετοι, αλλά είναι αποτέλεσμα λογικών διαδικασιών. Η λογική είναι αυτή που επιτρέπει και παράλληλα περιορίζει τον λόγο.

Bussmann, H. (1996). Dictionary of Language and Linguistics. London, New York: Routledge

Author and translator: Στέλλα Δημητρακοπούλου